Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Η Τήλος του Σαέντ

Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς
Η Τήλος ρίχνει χαστούκια στον ρατσισμό

Κανείς δεν θέλει να ξεσπιτώνεται, να αφήνει τους δικούς του και να τραβά σε τόπους άγνωστους, κι ας δείχνει πως εκεί, στα ξένα, η ελπίδα για ζωή μοιράζεται δωρεάν, μαζί με τον αέρα.
Η ριμάδα ανάγκη, μας χρυσώνει το χάπι, βάζει σφραγίδες σε διαβατήρια και παραχώνει αρκετούς, όσους βέβαια αντέχουν, έχουν τύχη και μπορούν, μέσα σε σκληρές βαλίτσες.

Πόσο παράξενο, από τη μια είμαστε οι ίδιοι μετανάστες ή ονειρευόμαστε αναχωρήσεις και από την άλλη αρκετοί,εντελώς άκριτα, πυροβολούν με ένα σωρό κατηγορίες τους ίδιους τους μετανάστες, που μέσα στην αναζήτηση ανθρώπινης ζωής, πέρασαν παράνομα τα σύνορα μας και μπήκαν στη δική μας, ζορισμένη πια χώρα.
Η περίπτωση του πιτσιρικά Αφγανού Σαέντ Νουρί, που το 2010, πετάχτηκε από Τούρκους δουλεμπόρους στη Τήλο, είναι ζωντανό παράδειγμα αφομοίωσης, αλλά και ένα πρότυπο αντιμετώπισης των στερεοτύπων, που δέρνουν την μικρή μας κοινωνία.
Η ιστορία του Σαέντ δεν μοιάζει με γλυκανάλατο Αμερικάνικο φίλμ, είναι τόσο τραγική, όσο και γεμάτη πάθος για ζωή και ελευθερία.
Όλα ξεκινούν πριν από δέκα χρόνια, ήταν τότε που η μάνα του βρέθηκε κοντά σε μια βομβιστική επίθεση και έτσι απλά, σκοτώθηκε. Η μοίρα δεν είχε αποτελειώσει το ανεξίτηλο γράψιμο της, μια βδομάδα αργότερα και ληστές καρφώνουν δύο μαχαιριές στον πατέρα του, που πεθαίνει αβοήθητος από αιμμοραγία, στο νοσοκομείο της Κανταχάρ.
Ρόλο αναγκαστικού προστάτη, αποκτά ο αδελφός του νεκρού πατέρα, πρώτα πουλάει την περιουσία της φαμίλιας και έπειτα παίρνει τα τρία ορφανά, μακριά από τη δεύτερη μεγαλούπολη του Αφγανιστάν. Ο Σαέντ μαζί με τα δύο αδέλφια του, βρέθηκε στο Ιράν και στην ιερή πόλη Μασάντ. Παρέμεινε τέσσερα χρόνια και έφτασε μέχρι τη τρίτη γυμνασίου στο Ιρανικό σχολείο. Ήταν δεκαπέντε, όταν αποφάσισε να τραβήξει για τη Γερμανία, στον τελευταίο συγγενή της οικογένειας που είχε απομείνει. Έψαχνε μια περισσότερο ελεύθερη ζωή και ένας δρόμος υπήρχε, ένα μοναδικό πέρασμα, η Ελλάδα.
Οι θεόρατες υποσχέσεις από τους Τούρκους δουλέμπορους έγιναν καπνός, μόλις πήραν το χρήμα από το παιδί, ξεκίνησε ο ποδαρόδρομος και το κυνηγητό. Από τα βάθη της Τουρκίας σιγά-σιγά έφτασε στα παράλια και στη Κωνσταντινούπολη. Καμμιά κουβέντα για Ελλάδα, μιλούσαν αόριστα για την Ιταλία και προετοίμαζαν το ταξίδι στη Γερμανία και τον μπάρμπα που τον περίμενε.
Ήταν Σεπτέβρης του 2010 όταν επιβιβάστηκαν στο δουλεμπορικό 120 ψυχές. Αφγανοί, Ιρακινοί, Ιρανοί, Πακιστανοί. Άντρες, γυναίκες και μωρά. Ποιός λογαριάζει φυλές και γλώσσες, μιλά το μαϊδί, το ζεστό χρήμα, που ξεκινούσε από 3.000 και έφτανε τις 18.000 για κάποιον που του είχαν τάξει λαγούς με πετραχείλια. Ο μικρός είχε δώσει 8000 ευρώ και περίμενε, όπως όλοι, να καταλήξει στη αγκαλιά του συγγενή.
Στην πίσω, έρημη πλευρά της Τήλου, παράτησαν το γεμάτο κόσμο σκάφος και οι δύο, από τους τρείς, "εμπόρους" την έκαναν για πίσω, με σκοπό δήθεν να φέρουν ένα πιο μεγάλο σκάφος, για καλύτερη μεταφορά.
Αποκαμωμένοι, δίχως κουράγια, οι μετανάστες αποφάσισαν να βγούν στον άγνωστο τόπο, δεν μπορούσαν να περιμένουν πάνω στα βράχια.
Ο πρώτος που τους είδε, ήταν ο οδηγός του περαστικού λεωφορείου, τρόμαξε από φόβο και ειδοποίησε τον δήμαρχο και την αστυνομία.
Από εκεί ξεκινά η γλυκιά περιπέτεια του Σαέντ στη Τήλο.
Ο τότε δήμαρχος, Τάσος Αλιφέρης πρώτος ξεχώρισε το μικρό παιδί, ήταν όμως και άλλοι, πολλοί που βοήθησαν να τα βγάλει πέρα στα πρώτα βήματα πάνω στην άγνωστη Τήλο.
Το πιο δύσκολο, όπως ο ίδιος περιγράφει είναι να είσαι ολομόναχος, δίχως στηρίγματα σε έναν παντόξενο τόπο.
Τους εντυπωσίασε με τα Ελληνικά του, μέσα σε έξι μήνες μιλούσε άπταιστα τη γλώσσα και φρόντιζε να δείχνει την ευγνωμοσύνη του, άνοιγε τα χέρια και βοηθούσε όποιον είχε ανάγκη.
Ευτυχώς για κείνον, είχε διδαχθεί στο σχολείο του Ιράν τον σπουδαίο Ελληνικό πολιτισμό και την ιστορία μας, όσο κι αν διαστρεύλωναν τους Έλληνες οι Τούρκοι δουλέμποροι και του πρότειναν να μην αποκαλύπτει καμμιά αλήθεια, εκείνος τελικά έκανε ακριβώς το αντίθετο. Αυτό ήταν το μυστικό, που κέρδισε πρώτο από όλους, το μακαρίτη δήμαρχο Τάσο Αλιφέρη που ήθελε ακόμη και να υιοθετήσει αυτό το παιδί.
Ο Σαέντ μόλις προχθές έκλεισε τα 18, πηγαίνει στη πρώτη λυκείου και θέλει, ονειρεύεται να γίνει μεγάλος, διάσημος σέφ. Δουλεύει τα καλοκαίρια, όταν όλοι έχουν ανάγκη από ακούραστα χέρια για τις μεταφορές τους και το χειμώνα βοηθούν, τσοντάρουν οι φίλοι, με πρώτη τη σημερινή δήμαρχο Μαρία Καμμά.
Η Μαρία δεν το κρύβει, είναι πολύ περήφανη, γεμίζει από θετικά συναισθήματα, για τους κατοίκους της Τήλου και για το τρόπο που αντιμετωπίζουν κάθε φορά τους μετανάστες. "Από την πρώτη στιγμή τους αγκάλιασαν με αγάπη. Άνθρωποι ανεξάρτητα από ηλικία έτρεχαν με μια ανοιχτή αγκαλιά, και δεν ήταν μόνο το φαγητό, ήταν το ειλικρινές, άδολο νοιάξιμο. Όταν τους αποχαιρετούσαν στο λιμάνι έβλεπα τα υγρά, από δάκρυα, μάτια των ανθρώπων και ένιωθα σίγουρη. Όσο υπάρχει τέτοιος κόσμος, όποια δυσκολία κι αν μας βρεί δεν θα χαθεί το πιο σπουδαίο ζητούμενο, η ανθρωπιά μας.
Στους μικρούς τόπους ίσως τα στερεότυπα να μοιάζουν βουνά, τελικά μπορούμε να τα ξεπερνάμε όρθιοι και ενωμένοι".
Δεν είναι όμως όλα ρόδινα, υπάρχουν και οι δύσπιστοι, εκείνοι που θέλουν να βλέπουν άλλα, από εκείνα που δείχνουν τα μάτια και οι αισθήσεις, όμως ο Σαέντ κλείνει το στόμα και τους προσπερνά. Δεν θέλει εντάσεις και καβγάδες, δεν θέλει ανούσιες αντιπαραθέσεις. Ο ίδιος ζει μια σπουδαία αλλαγή, είναι δύσκολο σε ένα μικρό τόπο, με 300 ψυχές όλες κι όλες, να σπάσεις τα δεδομένα και να στήσεις νέους κανόνες μέσα στο μυαλό. Όπως περιγράφει, όταν έφτασε στο νησί, "οι περισσότεροι έμοιαζε να έχουν ρόλο αστυνόμου ή δημάρχου, έμπαιναν μπροστά και δεν λογάριαζαν τίποτα. Σήμερα με βλέπουν με άλλο μάτι, δεν με λυπούνται, ούτε με βλέπουν σα να ήρθα από έναν άλλο πλανήτη. Σήμερα, όλα είναι διαφορετικά, κυρίως με θεωρούν ισότιμο, ισάξιο τους. Είμαι και εγώ ένα ζωντανό κομμάτι του τόπου".
Κάνει ποδήλατο, ψαροτούφεκο, διαβάζει τρεις-τέσσερις γλώσσες και μιλά από το facebook, με φίλους σε όλο τον κόσμο, αν και τελευταία άρχισε να ξεχνάει τη μητρική γλώσσα του.
Ζει, αγωνίζεται όπως όλοι μας, αφήνει πίσω το παρελθόν και ξανοίγεται στο αιγαίο με σύμμαχο το νησί.
Πατρίδα του είναι πια η Ελλάδα, είναι η μικρή Τήλος, που τον αγκάλιασε τρυφερά, ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος, ο Σαέντ, που έχει τη Τήλο σαν τη μάνα του.
Μονάχα η μοναξιά δεν καταπίνεται, όπου κι αν είσαι, σε όποια ηλικία, δεν αντέχεται να μην νιώθεις το χνώτο μιας φαμίλιας. Ας μην ξεχνάμε, πως πάνω από όλα είμαστε και πρέπει να παραμείνουμε άνθρωποι.

ΠΗΓΗ: VERENA.GR